Ανοιχτές πόλεις

Ζώντας έξυπνα*

των Haidee Bell και Hanna Niemi-Hugaerts **

Μετάφραση: Βασίλης Χρυσός

featurelarge_Haidee_Bell

niemi-hugaerts-024_lrΟι πόλεις σε όλο τον κόσμο ανταγωνίζονται για το ποια θα είναι αν όχι η “πιο έξυπνη πόλη, τουλάχιστον ένα από τα πρώτα μέλη ενός νέου δικτύου έξυπνων πόλεων. Η έννοια αυτή απέκτησε δυναμική στις αρχές του 21ου αιώνα με μια μάλλον τεχνική προσέγγιση, αλλά έκτοτε οι έξυπνες πόλεις έχουν επεκτείνει το ενδιαφέρον τους σε άλλες πτυχές της “εξυπνάδας”: πόλεις γνώσης, ψηφιακές και οικολογικές πόλεις. Στο άρθρο τους The Future of the future: being smart about smart cities, οι Art Murray, Mark Minevich και Azamat Abdoullaev δηλώνουν πως “Στην πραγματικότητα, μια αληθινά έξυπνη πόλη θα πρέπει να ενοποιεί και τους τρεις αυτούς τύπους με ένα ολιστικό και συστημικό τρόπο”.

Με την άνοδο των ανοιχτών δεδομένων και του κοινωνικού τεχνο-κινήματος μπορούμε να αντιληφθούμε περισσότερα σχετικά με άλλη μία ζωτικής σημασίας διάσταση των έξυπνων πόλεων: τις ανοιχτές πόλεις. Η εμβέλεια του κινήματος έχει ήδη ξεφύγει πολύ από τις απαρχές του. Η Neelie Kroes, η Ευρωπαία Επίτροπος για την Ψηφιακή Ατζέντα, το επιβεβαίωσε αυτό στην ομιλία της στο Φεστιβάλ Ανοιχτής Γνώσης:

‘Γνωρίζω ότι εσάς στο OKFestival δε χρειάζεται να σας πείσει κάποιος για τα πλεονεκτήματα της ανοιχτότητας, ούτε για την τεράστια καινοτομία που μπορεί να τροφοδοτήσει. Να είστε ήσυχοι ότι η ΕΕ σας υποστηρίζει.’

Η συζήτηση για τις ανοιχτές πόλεις έχει κλιμακωθεί παγκοσμίως με περισσότερη αξιοποίηση των δεδομένων του δημόσιου τομέα και ενασχόληση μιας νέας γενιάς ανθρώπων που επιλύουν προβλήματα, όπως είναι οι τεχνολόγοι δεδομένων, στις δημόσιες υπηρεσίες. Υπάρχει ζήτηση για έξυπνες πόλεις που είναι ανοιχτές στο να συμβάλλουν οι έξυπνοι πολίτες τους στο περιβάλλον που ζουν -είτε αυτό είναι οι διαδικασίες λήψης πολιτικών αποφάσεων, η διοργάνωση τοπικών γεγονότων, ο συμμετοχικός προϋπολογισμός ή η ανάπτυξη νέων εφαρμογών και ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών.

Οι ανοιχτές πόλεις, όμως, δεν μπορούν να σταματήσουν εδώ: πρέπει να είναι ανοιχτές και σε άλλες πόλεις, κοινοποιώντας αυτά που κάνουν προκειμένου να προσφέρουν στους πολίτες τους τις βέλτιστες λύσεις ανεξαρτήτως από πού προέρχονται αυτές. Η συνεργασία μεταξύ των πόλεων -η διάθεση να μοιραστούμε αυτά που γνωρίζουμε και η ετοιμότητα να εφαρμόσουμε καινοτομίες που συλλήφθηκαν σε άλλα μέρη- είναι ένα βήμα προς τις ανοιχτές πόλεις του αύριο. Στις αρχές του 2012 μία από τις αναγνωρισμένες έξυπνες πόλεις, το Ελσίνκι, ξεκίνησε το έτος της Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Σχεδίου με τον τίτλο “Ανοιχτό Ελσίνκι” δηλώνοντας στην ιστοσελίδα του:

‘Η έννοια του Ανοιχτού Ελσίνκι είναι κυριολεκτική -μία πόλη όπου οι πληροφορίες, οι ιδέες, οι σκέψεις και οι άνθρωποι μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα χωρίς απαραίτητα να υπάρχουν εμπόδια στη δημιουργικότητα.’

Στη μάχη ενάντια στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ανοιχτές πόλεις έχουμε αναγνωρίσει τρία από αυτά τα εμπόδια: την ψηφιακή υποδομή, τη νοοτροπία και το σύστημα. Και τα τρία αυτά θα πρέπει να μετατραπούν από κλειστά σε ανοιχτά προκειμένου οι ανοιχτές πόλεις να ευδοκιμήσουν ως συνδεδεμένα, συνεργατικά και ελκυστικά μέρη διαβίωσης και εργασίας.

Αλλαγή της ψηφιακής υποδομής: η πόλη ως ανοιχτή πλατφόρμα

Οι πόλεις γίνονται ακόμα γνωστές και βιώνονται μέσω των φυσικών τους υποδομών -την αρχιτεκτονική τους και τους ανθρώπους-, αλλά όλο και περισσότερο σχεδιάζονται, υφίστανται διαχείριση και αναπτύσσονται σε συνάφεια με λύσεις ΤΠΕ. Αυτές οι λύσεις αντιμετωπίζονται συχνά ως το πιο κρίσιμο στοιχείο των έξυπνων πόλεων. Ένας αυξανόμενος αριθμός αστικών περιηγητών βρίσκεται σε επαφή με τις πόλεις του μέσω ψηφιακών υπηρεσιών, πολλές από τις οποίες προσφέρουν τη δυνατότητα για ‘ενεργό συμμετοχή των πολιτών’ -ψηφιακές υπηρεσίες, εφαρμογές, διεπαφές και υποδομές που καθιστούν ευκολότερο για τους ανθρώπους τον εντοπισμό, την επιλογή και την άμεση συμβολή σε εκείνες τις πτυχές της αστικής ζωής που τους επηρεάζουν.

Με τον αυξανόμενο ρόλο που διαδραματίζουν οι ψηφιακές υποδομές στην παροχή υπηρεσιών της πόλης η ανάπτυξη των υπηρεσιών αυτών μετακινείται σταδιακά από τις ΙΤ ομάδες της τοπικής διακυβέρνησης σε υπεργολαβίες από εταιρίες. Η πρόκληση που γεννάει αυτή η εξέλιξη είναι ότι πολύ συχνά οδηγεί σε κλειστά οικοσυστήματα, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε ‘κλείδωμα’ στη συγκεκριμένη εταιρία που τα αναπτύσσει, από παρόχους οι οποίοι δε βλέπουν κάποιο συμφέρον στην ανοιχτότητα. Τα τελευταία χρόνια ακαδημαϊκοί και ακτιβιστές αμφισβητούν τα κλειστά συστήματα μαζί με τοπικούς και διεθνείς προγραμματιστές, οι οποίοι θα ήταν πρόθυμοι να συμβάλλουν στην ανάπτυξη υπηρεσιών της πόλης εάν υπήρχαν ανοιχτές διεπαφές με τις οποίες να δουλέψουν και ένα σύστημα πάνω στο οποίο θα μπορούσαν να συνδεθούν.

Όταν ο στόχος είναι μια ανοιχτή πόλη, πώς θα πρέπει να σχεδιαστούν, κατασκευαστούν και λειτουργήσουν τα αστικά οικοσυστήματα; Το παγκόσμιο κίνημα ανοιχτής διακυβέρνησης, ένας από τους πρωτοπόρους στην ενασχόληση με την ανοιχτότητα των πόλεων, θέλει ‘να φέρει την κυβέρνηση στην ψηφιακή εποχή καθιστώντας ανοιχτά εξ ορισμού τα δημόσια δεδομένα και δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για συμμετοχή στη δημόσια ζωή μέσω της χρήσης τεχνολογιών του web.’ Μέσω της στρατηγικής τους μπορούμε να αναγνωρίσουμε κάποια κρίσιμα βήματα για την αντιμετώπιση των πόλεων ως ανοιχτές πλατφόρμες.

Κατ’ αρχήν οι πόλεις μπορούν να αναπτύξουν πολιτικές ανοιχτών δεδομένων, να χρησιμοποιήσουν ανοιχτά πρότυπα και να εισάγουν διαλειτουργικές διεπαφές όπως εκείνα που έχουν αναπτυχθεί από το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Smart CitySDK και πιθανά έχουν συμφωνηθεί σε δίκτυα όπως το City Protocol, που ξεκίνησε στη Βαρκελώνη. Τα Hackathons και οι διαγωνισμοί εφαρμογών μπορούν να οργανωθούν παράλληλα με τη διαχείριση κοινοτήτων για να προσελκύσουν και να συνδέσουν προγραμματιστές και καινοτόμους επιχειρηματίες. Οι πολιτικές προμηθειών μπορούν να βελτιωθούν (το Code for America έχει δημοσιεύσει τους Έξι Τρόπους για να Βελτιώσεις τη διαδικασία προμηθειών της πόλης σου) για να αυξηθεί η υιοθέτηση των ανοιχτών λύσεων και να ενισχυθεί η ενεργός συμμετοχή προγραμματιστών. Ακούγεται απλό, αλλά όλο αυτό έχει να κάνει με την πράξη. Μαθαίνοντας από το Palo Alto, μία από τις πόλεις που πρόσφατα υιοθέτησαν την προσέγγιση ‘η πόλη ως πλατφόρμα’, όπως περιγράφει ο Paul M. Davis στο “How to Rebuild the City as a Platform”:

‘Πρόκειται για μια σταδιαδή διαδικασία, η οποία απαιτεί ενεργό συμμετοχή των πολιτών που βλέπουν απτά ωφέλη σε τέτοιες πρωτοβουλίες, (απαιτεί) αλλαγές σε δημοτικές διαδικασίες και στην υποδομή ΙΤ και δέσμευση από ηγετικές επιχειρήσεις, προγραμματιστές και καινοτόμους επιχειρηματίες.’

Μια διαδικασία, η οποία έχει μετατοπίσει τις πρακτικές τους προς μια κατεύθυνση δυναμικής εκκίνησης:

‘Πρόθεσή μας είναι να δώσουμε περισσότερες δυνατότητες στην κοινότητά μας και στο προσωπικό του Δήμου σε συντομότερο χρόνο. Θέλουμε να λειτουργούμε όσο πιο κοντά γίνεται με την κοινότητα την οποία υπηρετούμε. Και αυτό σημαίνει πολλές καταπληκτικές νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.’

Προκειμένου μια δημοτική αρχή να ενσωματώσει ‘ανερμάτιστες’ συμπεριφορές, απαιτείται σημαντική πολιτιστική στροφή. Αυτό σημαίνει επίσης συνολική δέσμευση των ομάδων και απόρριψη συστημάτων τα οποία δεν επιτρέπουν ευελιξία και απόκριση σε εξωτερικές αλλαγές. Μια ανοιχτότητα σχετικά με το από πού προέρχονται οι ιδέες, κάτι το οποίο είναι ζωτικής σημασίας.

Αλλαγή νοοτροπίας: Κοινή χρήση -και δανεισμός- μεταξύ πόλεων

Παρατηρούμε ένα κύμα αλλαγής στα Δημαρχεία της Ευρώπης και ακόμα παραπέρα καθώς δημιουργείται ένα σύνολο νέων ψηφιακών υπηρεσιών για τους πολίτες, ενώ πολλοί οικοδομούν [εφαρμογές] πάνω σε ανοιχτά δεδομένα που μόλις δημοσιεύονται, συχνά μέσω συνεργασιών με “επαναστατικούς” τεχνολόγους, μερικές φορές δε σε άμεση συνεργασία με τους πολίτες. Εξέλιξη που συνοδεύεται όλο και πιο συχνά με προθυμία για κοινοποίηση και κοινή χρήση των σχετικών πρακτικών, για αναζήτηση νέων πλατφορμών και δικτύων και για ανταλλαγή απόψεων με άλλους πάνω σε αυτές τις δοκιμές στο πλαίσιο μιας ευπρόσδεκτης κίνησης για περισσότερη ανοιχτότητα μεταξύ των πόλεων. Δεδομένων των παραπάνω φαίνεται ότι εκείνοι που διοικούν τις πόλεις μας είναι πολύ καλύτεροι στο να ανοίγουν τις δικές τους εφευρέσεις προς αντιγραφή από άλλους, παρά στο να αντιγράφουν καινοτομίες άλλων. Όπως σχολίασε ο Philip Ashlock του US Presidential Innovation Fellow στο OKFestival: “οι πόλεις είναι πιθανότερο να μοιραστούν παρά να δανειστούν”.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα πρόβλημα προσφοράς και ζήτησης. Αν και η εφαρμογή των αρχών της ανοιχτής προέλευσης στις πρακτικές κοινής χρήσης μεταξύ δήμων είναι χαρμόσυνο γεγονός, ωστόσο δεν πρόκειται για μια εύκολη υπόθεση του τύπου “εάν είναι ανοιχτό, θα έλθουν”. Και γιατί ισχύει αυτό; Γνωρίζουμε ότι μερικές από τις μεγαλύτερες καινοτομίες είναι επαναλήψεις νεότερων εκδόσεων που είχαν δημιουργηθεί από άλλους. Το iPod δεν ήταν η πρώτη ψηφιακή συσκευή αναπαραγωγής μουσικής· η Apple μιμήθηκε προϊόντα άλλων, αλλά τα έκανε πιο ελκυστικά. Οι “σκονάκηδες” συχνά αναδείχθηκαν σε νικητές επωφελούμενοι από χαμηλότερα κόστη ανάπτυξης και μικρότερο ρίσκο, καθώς η καινοτομία είχε ήδη δοκιμαστεί στην αγορά.

Υπάρχουν παραδείγματα καλής πρακτικής τα οποία πέτυχαν να ενθαρρύνουν πόλεις να ξεπεράσουν το σύνδρομο “δεν εφευρέθηκε εδώ”. Το Code for America Commons είναι μια αγορά για ψηφιακές εφαρμογές πόλης, η οποία υποστηρίζεται από το κίνημα που δημιούργησε το Code for America στις ΗΠΑ για να συνδέσει τους τεχνολόγους και τους ηγέτες της κοινωνίας των πολιτών και η οποία έχει χρησιμεύσει ως βασική πηγή για την επίδειξη καινοτομιών, καθώς και ως ένα “μενού” για άλλες πόλεις προκειμένου να σχεδιάσουν τις δικές τους ψηφιακές λύσεις. Το EnoLL -European Network of Living Labs- είναι ένα σημείο συνάντησης για περισσότερα από 300 εργαστήρια από όλη την ήπειρο, όπου μοιράζονται πρακτικές στη δουλειά τους, συμπεριλαμβανομένου του πειραματισμού με καινοτομία που καθοδηγείται από τους ίδιους τους χρήστες. Η Nesta στη Μεγάλη Βρετανία έχει ενθαρρύνει πόλεις να δημοσιεύσουν τις προτεραιότητές τους για την καινοτομία μέσω του προγράμματος Creative Councils, όπου οι διάφορες αρχές συναντιώνται για να μοιραστούν, να προτείνουν και να οικοδομήσουν πάνω στις εμπειρίες των υπολοίπων.

Υπάρχουν αρκετά μαθήματα που μας μαθαίνουν αυτά τα παραδείγματα. Ένα είναι ότι είναι σημαντικό να παρέχεις ασφαλείς χώρους για διαμοίραση πρακτικών που σπάνε τις προκαταλήψεις και ενθαρρύνουν εκείνους που διοικούν τις πόλεις μας να εντοπίσουν ομοιότητες στην καθημερινή τους δουλειά.

Κατά δεύτερον, το προφανές ότι δεν αποφασίζουν μόνο οι τοπικές αρχές για το πως διοικούνται οι πόλεις μας. Είναι σοφό να συμβαδίζουν οι δήμοι με τις δημοφιλείς υπηρεσίες που ενεργοποιούνται αλλού και ενδεχομένως να ερωτούνται “γιατί δεν έχουμε και εμείς ένα τέτοιο (σύστημα);”. Η διάδοση της πρακτικής των ενοικιαζόμενων ποδηλάτων στις Ευρωπαϊκές πόλεις μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί από την ανάγκη των πόλεων να συμβαδίζουν με τις προσφερόμενες υπηρεσίες προς τους πολίτες τους.

Ένα τρίτο, αλλά συχνά παραβλεπόμενο, σημείο είναι ότι η απόδειξη του πραγματικού αντίκτυπου μπορεί να άρει κάθε επιφύλαξη γύρω από τη μίμηση. Σε περιόδους περιορισμένων πόρων υπάρχει ανάγκη επένδυσης των διαθέσιμων χρημάτων στις βέλτιστες, πιο επιτυχημένες προσεγγίσεις. Εάν υπάρχει απόδειξη ότι μια πιλοτική υπηρεσία ή κάποιο πρωτότυπο είναι αποτελεσματικά σε μικρή κλίμακα σε μια πόλη, σκέψου απλά τι θα μπορούσε να κάνει και για σένα. Η Συμμαχία της Nesta υπό το όνομα Nesta’s Alliance for Useful Evidence είναι υπέρμαχος της χρήσης και της ζήτησης για ενθαρρυντικές, προσβάσιμες και κατάλληλες (τέτοιου είδους) ενδείξεις.

Και τέλος, συνήθως κυριαρχεί ο εγωισμός. Οι ηγέτες των δημοτικών μας αρχών ίσως να χρειάζεται ακόμα να πειστούν ότι το να είσαι μια πόλη παγκόσμιας τάξης σημαίνει να δανείζεσαι από αλλού. Μήπως θα πρέπει να δημιουργήσουμε ένα βραβείο υψηλού προφίλ για δημάρχους και ηγέτες που είναι οι καλύτεροι στο να αντιγράφουν την αριστεία;

Αλλάζοντας το σύστημα: πόλεις από τους ανθρώπους

‘Ξεχάστε τον ιεραρχικό έλεγχο από το κυβερνών κόμμα -δώστε στους πολίτες δεδομένα και εργαλεία και αφήστε τους να κυβερνήσουν τον εαυτό τους’. Αυτό είναι το κάλεσμα της Anne-Marie Slaughter στο τεύχος Δεκεμβρίου 2012 του Wired. Η έννοια της ‘πόλης ως πλατφόρμα’ -στο οποίο εκείνοι που κυβερνούν τις πόλεις μας παρέχουν βασικό εξοπλισμό και υποδομή λογισμικού για να ενεργοποιήσουν ευρύτερη συμμετοχή των πολιτών και συλλογική δράση- έχει αποκτήσει δυναμική τα τελευταία δύο χρόνια. Στο πλαίσιο της μείωσης των δημοσίων πόρων και της αύξησης των δημοσίων αναγκών, αυτό έχει οδηγήσει συχνά στην κριτική απέναντι στις πολιτικές συμμετοχής ως δικαιολογία για μειώσεις λιτότητας. Ωστόσο, η τεχνολογική πρόοδος και η όλο και μεγαλύτερη συζήτηση σχετικά με τη δύναμη των αυτο-οργανωμένων ομάδων (τα πάντα, από την Αραβική Άνοιξη ως το κίνημα #wewillgather:’φέρνοντας μαζί τους ανθρώπους για να κάνουμε καλά πράγματα’) μετατοπίζουν τη συζήτηση προς τη δυνατότητα των πολιτών να διαμορφώσουν τα έθνη και τις πόλεις μας.

Πεφωτισμένοι ηγέτες πόλεων, όπως ο Henk de Jong στην πόλη του Άμστερνταμ, μπορούν να θεωρηθούν παράδειγμα προς μίμηση ως προς το τι δύναται να κερδηθεί σε τοπικό επίπεδο. Ο De Jong είναι παθιασμένος για το νέο ρόλο της διακυβέρνησης, ως “η δύναμη που καλεί σε συνάντηση”, δηλώνοντας σε δημόσια τοποθέτησή του το Μάρτιο του 2012 στην έναρξη του Commons4Europe στο Άμστερνταμ: “Είναι μια νέα εποχή διακυβέρνησης. Πρέπει να καινοτομήσουμε για να γίνουμε πραγματικά κοινωνικοί. Προς αυτή την κατεύθυνση η κυβέρνηση μπορεί να μην έχει όλες τις απαντήσεις”.

Στην πράξη αυτό σήμανε μια σειρά από καινοτόμες κοινωνικές δράσεις στην πόλη. Το Άμστερνταμ έχει χρησιμοποιήσει τις ψηφιακές τεχνολογίες για να δημιουργήσει την πλατφόρμα πληθοπορισμού Amsterdam Opent, η οποία ενεργοποιεί τους πολίτες όχι μόνο ως προς την απόκρισή τους σε κυβερνητικές πολιτικές, αλλά επίσης ως προς τη συλλογή προτάσεων νέων λύσεων για προβλήματα της πόλης, προτάσεις τις οποίες λαμβάνει σοβαρά υπόψη η διοίκηση. Με την αυξανόμενη ανάγκη περικοπών στο δημόσιο τομέα, αναδεικνύονται οράματα για νέες μορφές διακυβέρνησης με μεγαλύτερη ενεργό συμμετοχή των πολιτών, όπως τονίζεται από τον McKinsey σε απάντηση στη συνέντευξη με το Matthew Taylor, Γενικό Διευθυντή του RSA, ‘…αναγνωρίζοντας τους πολίτες ως πηγή καινοτομίας και συν-παραγωγούς των υπηρεσιών, αντί για απλούς καταναλωτές, ανοίγουν νέες δυνατότητες για μια πιο παραγωγική κυβέρνηση.’

Σε μια διάφανη κοινωνία το ιδανικό είναι ότι κάθε μέλος του πληθυσμού έχει ένα ισότιμο επίπεδο φυσικής, πνευματικής και κοινωνικής πρόσβασης στην πληροφορία και μπορεί να δράσει επί ίσοις όροις στη δημόσια πληροφορία και να λάβει μέρος στο δημόσιο διάλογο. Οι ακτιβιστές για τη διαφάνεια πιέζουν σκληρά για απαντήσεις στο πως να αυξηθεί η χρηστικότητα για όλους, τονίζοντας ότι ο σκοπός των ανοιχτών πόλεων και κρατών δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών. Τα κατάλληλα εργαλεία είναι κρίσιμα. Καλοπροαίρετες καινοτομίες για απεύθυνση σε ακόμα περισσότερους ανθρώπους για ενεργό συμμετοχή μέσω διαδικτυακών πλατφορμών ενδέχεται να οδηγήσουν ακούσια σε διεύρυνση του χάσματος της φυσικής και πνευματικής πρόσβασης, ειδικά σε μέρη του κόσμου όπου η ψηφιακή πρόσβαση είναι αποσπασματική. Συχνά το άνοιγμα (πολιτικών ή δεδομένων) συνοδεύεται από τυμπανοκρουσίες. Ωστόσο, εκεί που φαίνεται η πραγματική δημοκρατία είναι στο πως χρησιμοποιούνται τα δεδομένα, πως καθορίζουν την ατζέντα και, κυρίως, τι επίδραση έχει η συμμετοχή (των πολιτών) στις ισορροπίες ισχύος.

Οι πόλεις και το δίκτυο των υπερ-τοπικών κοινοτήτων που τις σχηματίζουν έχουν μια ευκαιρία να ηγηθούν. Όπως δήλωσε η Πόλη του Ελσίνκι, στην έναρξη της χρονιάς ως Παγκόσμια Πρωτεύουσα Σχεδιασμού, στο site της: “Το πιο σημαντικό πράγμα είναι το να εμπλέξεις κόσμο στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων, η οποία εφαρμόζεται στην περιοχή που ζουν. Οι πόλεις ανήκουν στους κατοίκους τους.”

Όσο πιο τοπικό χαρακτήρα έχει το θέμα, τόσο πιο δίκαιο γίνεται το παιχνίδι: όλοι καταλαβαίνουμε και έχουμε κάτι να συνεισφέρουμε στις συζητήσεις για τη γειτονιά μας, τους ανοιχτούς μας χώρους και τους κεντρικούς μας δρόμους. Η ανοιχτή διακυβέρνηση στις πόλεις επιτρέπει και τη φυσική, εκτός από την εικονική, συμμετοχή, δίνοντας πρόσβαση σε ακόμα περισσότερους ανθρώπους. Από πρώιμες ενδείξεις βγαίνει το συμπέρασμα ότι σε αυτό ακριβώς το τοπικό επίπεδο μπορεί να επιτευχθεί η γνήσια “συλλογική νοημοσύνη” -ομαδική δουλειά η οποία παράγει αποτελέσματα πέρα από εκείνα που θα μπορούσε να παράγει κάθε άτομο ξεχωριστά. Τα συστήματα συλλογικής νοημοσύνης συνδυάζουν στοιχεία, κάποια εικονικά, κάποια από προσωπική επαφή, κάποια τυποποιημένα και κάποια εντόνως προσωπικά: συνδυασμοί οι οποίοι κανονικά απαιτούν έμφαση σε τοπικό επίπεδο. Οι πόλεις χρειάζεται να εφαρμόσουν μια γκάμα μεθόδων για τη σοφή λήψη αποφάσεων.

Οι έξυπνες πόλεις είναι πόλεις έξυπνων ανθρώπων. Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι είμαστε ανοιχτοί στο να ανακαλύψουμε τρόπους, ώστε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη συνδεδεμένη νοημοσύνη για το βέλτιστο αποτέλεσμα.

————————————————
* Το πρωτότυπο κείμενο τιτλοφορείται: “Open cities / Living Smart” και δημοσιεύτηκε στο The open book, Reaktio #3, The Open Knowledge Foundation, 2013.

** Η Hanna Niemi-Hugaerts είναι ένθερμη υποστηρικτής των ανοιχτών πόλεων και έχει ως αποστολη την προώθηση και καθοδήγηση ανοιχτών, διαλειτουργικών διεπαφών για υπηρεσίες, επιδιώκοντας την ανακάλυψη νέων μέσων που θα τροφοδοτήσουν και θα υποστηρίξουν την προσέλκυση και ενασχόληση προγραμματιστών. Δουλεύει ως διαχειρίστρια έργων στο πρόγραμμα CitySDK, στο Forum Virium του Ελσίνκι.

Η Haidee Bell προέρχεται από τη Nesta, την υπηρεσία καινοτομίας της Μεγάλης Βρετανίας, μια ανεξάρτητη αρχή με αποστολή να κάνει τη Μεγάλη Βρετανία πιο καινοτομική. Η Haidee έχει δουλέψει στη Nesta για 4 χρόνια σε πειραματικά προγράμματα τόνωσης της καινοτομίας σε και μαζί με δημιουργικές και ψηφιακές επιχειρήσεις.

Tagged with: , ,

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*